Η «σφαγή» των 27: Το ελληνικό ποδόσφαιρο σπάει τα κοντέρ της παράνοιας.
Στο παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στερέωμα, η θέση του προπονητή θεωρείται παραδοσιακά η πιο επισφαλής. Όμως, στην Ελλάδα της σεζόν 2025/26, η έννοια της «σταθερότητας» έχει μετατραπεί σε ένα σύντομο ανέκδοτο, μια ουτοπία που θυσιάζεται καθημερινά στο βωμό του εφήμερου αποτελέσματος και της διοικητικής ανυπομονησίας. Ενώ στις προηγμένες ποδοσφαιρικά χώρες ο Ιανουάριος είναι ο μήνας του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού και των μεταγραφών, στους ελληνικούς αγωνιστικούς χώρους είναι ο μήνας που οι κούτες της μετακόμισης βρίσκονται μόνιμα έξω από τα προπονητικά κέντρα.
Με τη λήξη του πρώτου μισού της χρονιάς, τα στατιστικά στοιχεία δεν προκαλούν απλώς προβληματισμό, αλλά σοκάρουν: 27 αλλαγές προπονητών σε λιγότερο από τέσσερις μήνες. Πρόκειται για μια συχνότητα που αγγίζει τα όρια του παγκόσμιου ρεκόρ, μετατρέποντας τις Super League 1 και 2 σε μια απέραντη «μονταζιέρα» τεχνικών ηγεσιών, όπου τα πρόσωπα εναλλάσσονται με την ταχύτητα των διαφημιστικών σποτ.
Super League 1: Η κυριαρχία του «Ηλεκτροσόκ»
Στην πρώτη τη τάξει κατηγορία, η κατάσταση έχει ξεφύγει από κάθε ποδοσφαιρική λογική. Το 57% των ομάδων (8 από τις 14) έχει ήδη προχωρήσει σε τουλάχιστον μία αλλαγή, αναζητώντας το περιβόητο «σοκ» που θα αλλάξει την πορεία τους. Το εντυπωσιακό δεν είναι μόνο ο αριθμός, αλλά το ειδικό βάρος των συλλόγων που πρωταγωνιστούν σε αυτή την ιδιότυπη «σφαγή».
Παναθηναϊκός: Η αναζήτηση του Μεσσία. Η απομάκρυνση του Ρούι Βιτόρια και το σύντομο πέρασμα του υπηρεσιακού Χρήστου Κόντη οδήγησαν στην ηχηρή άφιξη του Ράφα Μπενίτεθ. Μια κίνηση-ματ που δείχνει την απόλυτη ανάγκη για κύρος, αλλά ταυτόχρονα υπογραμμίζει την παταγώδη αποτυχία του αρχικού καλοκαιρινού πλάνου.
ΑΕΛ & Αστέρας AKTOR: Ο κυκλικός χορός. Δύο ομάδες που στο παρελθόν προσπαθούσαν να στηρίξουν προπονητές, φέτος κατέφυγαν σε διπλές αλλαγές. Το παράδοξο; Ο Σάββας Παντελίδης και ο Μίλαν Ράσταβατς έγιναν οι πρωταγωνιστές μιας ιδιότυπης ανταλλαγής ρόλων, αφού απολύθηκαν και προσλήφθηκαν ξανά στην ίδια κατηγορία μέσα σε ελάχιστες εβδομάδες, αποδεικνύοντας ότι η δεξαμενή των επιλογών είναι απελπιστικά περιορισμένη.
Άρης & Ατρόμητος: Επιστροφή στις «σίγουρες» λύσεις. Η επιστροφή του Μανόλο Χιμένεθ (για πολλοστή φορά στην Ελλάδα) και η έλευση του Ντούσαν Κέρκεζ επιβεβαιώνουν ότι οι διοικήσεις δεν πιστεύουν πλέον στη διαδικασία της «χτισίματος», αλλά στην άμεση παρέμβαση ενός έμπειρου «πυροσβέστη».
Super League 2: Το Χάος της Ηλιούπολης και το Παράλογο του Ηρακλή
Αν στη μεγάλη κατηγορία η κατάσταση είναι οριακή, στη Super League 2 έχει περάσει στη σφαίρα του σουρεαλισμού. Με μόλις 20 ομάδες πλέον στο χάρτη, οι 16 αλλαγές μεταφράζονται σε μια «σφαγή» χωρίς ιστορικό προηγούμενο.
Η περίπτωση της Ηλιούπολης: Μια ομάδα, έξι μοίρες
Η Ηλιούπολη διεκδικεί επάξια μια θέση στο βιβλίο Γκίνες. Με 6 προπονητές σε 4 μήνες, η ομάδα των Νοτίων Προαστίων έχει καταρρίψει κάθε έννοια λογικής. Η διαδοχή των Στεφανίδη, Γκουτσίδη, Κουδούνη, Μπαδίμα και Χαραλαμπίδη, μέχρι να καταλήξει η ομάδα στον Θωμά Γράφα, αποτελεί ένα μνημείο διοικητικής αστάθειας. Ο μέσος όρος παραμονής στον πάγκο είναι πλέον μικρότερος από 25 ημέρες, καθιστώντας τον πάγκο της τον πιο «καυτό» σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Ηρακλής: Η πίεση της κορυφής
Ο «Γηραιός» αποτελεί το απόλυτο στατιστικό παράδοξο. Αν και η ομάδα βρίσκεται στις υψηλές θέσεις της βαθμολογίας, έχει ήδη αλλάξει 4 προπονητές (Τεννές, Σπανός, Στολτίδης, Βίγκνιεβιτς). Η περίπτωση αυτή αποδεικνύει ότι στην Ελλάδα το αποτέλεσμα δεν αρκεί· απαιτείται η απόλυτη κυριαρχία, αλλιώς ο προπονητής είναι ο πρώτος που θα «πληρώσει το μάρμαρο».
Γιατί η Ελλάδα «τρώει» τους προπονητές;
Η σύγκριση με τις προηγούμενες δύο σεζόν αποκαλύπτει μια δομική αποσύνθεση. Το 2023/24 και το 2024/25, ο αριθμός των αλλαγών μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου κυμαινόταν μεταξύ 15 και 19. Το φετινό 27 δεν είναι απλώς μια στατιστική αύξηση, είναι μια πλήρης κατάρρευση της ποδοσφαιρικής λογικής.
Οι αιτίες της «σφαγής»:
Η Τυραννία των Social Media: Οι διοικήσεις, φοβούμενες την άμεση κατακραυγή στις ψηφιακές πλατφόρμες, προχωρούν σε απολύσεις για να «εκτονώσουν» την πίεση των φιλάθλων. Ο προπονητής μετατρέπεται στον ιδανικό «αποδιοπομπαίο τράγο» για να ηρεμήσει το πλήθος των likes και των οργισμένων σχολίων.
Έλλειψη Αθλητικού Διευθυντή: Στις περισσότερες ελληνικές ομάδες, οι αποφάσεις λαμβάνονται απευθείας από τους ιδιοκτήτες. Χωρίς την ενδιάμεση φωνή ενός τεχνικού συμβούλου που θα μπορούσε να προστατεύσει το έργο ενός προπονητή και να εξηγήσει τη διαδικασία, η απόλυση γίνεται μια παρορμητική κίνηση εν θερμώ.
Η «Ανακύκλωση» των Γνωστόν: Η ύπαρξη μιας συγκεκριμένης δεξαμενής προπονητών που «ξέρουν την ελληνική πραγματικότητα» κάνει την απόλυση μια εύκολη και ανέξοδη απόφαση. Ο αντικαταστάτης είναι πάντα ένα τηλεφώνημα μακριά, έτοιμος να αναλάβει τον ρόλο του «υπηρεσιακού σωτήρα» μέχρι την επόμενη κρίση.
Η Απόλυτη Έλλειψη Πλάνου: Οι περισσότερες προσλήψεις γίνονται με ορίζοντα την επόμενη Κυριακή και όχι την επόμενη τριετία. Χωρίς μια συγκεκριμένη ποδοσφαιρική ταυτότητα ή ένα πλάνο αξιοποίησης του ρόστερ, οι ομάδες πλέουν χωρίς πυξίδα. Όταν δεν ξέρεις πού θέλεις να πας, ο πρώτος που φταίει για τη λάθος πορεία είναι πάντα ο καπετάνιος, ακόμα κι αν το πλοίο δεν είχε ποτέ χάρτη.
Μια Χώρα που δεν Ξεπακετάρει
Στην Ελλάδα, το να υπογράψεις συμβόλαιο ως προπονητής είναι μια πράξη θάρρους (ή απόγνωσης). Η σεζόν 2025-26 θα μείνει στην ιστορία ως η χρονιά που το «προσδόκιμο ζωής» ενός τεχνικού στον πάγκο μειώθηκε δραματικά.
Όσο οι ομάδες αναζητούν «μαγικά ραβδιά» και «σωτήρες» αντί για οργανωμένα τμήματα scouting και τεχνικούς διευθυντές με άποψη, τόσο το ελληνικό ποδόσφαιρο θα παραμένει εγκλωβισμένο σε έναν φαύλο κύκλο. Με το χειμερινό παράθυρο να κλείνει σε λίγες μέρες, το μόνο σίγουρο είναι πως το κοντέρ των απολύσεων δεν θα σταματήσει στο 27. Στην Ελλάδα, ο προπονητής είναι ο μόνιμος «φταίχτης» και η ηλεκτρική καρέκλα η μόνη του σίγουρη θέση.